Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασύναπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει συνδεθεί ή συσχετιστεί με άλλον Βικιλεξικό
  2. που δε συμφωνήθηκε, ο μη συνομολογημένος Βικιλεξικό
    • ασύναπτο δάνειο

Ετυμολογία

ασύναπτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύναπτοςασύναπτηασύναπτο
Γενικήασύναπτουασύναπτηςασύναπτου
Αιτιατικήασύναπτοασύναπτηασύναπτο
Κλητικήασύναπτεασύναπτηασύναπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύναπτοιασύναπτεςασύναπτα
Γενικήασύναπτωνασύναπτωνασύναπτων
Αιτιατικήασύναπτουςασύναπτεςασύναπτα
Κλητικήασύναπτοιασύναπτεςασύναπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →