ασύνειδος
•
- που λέγεται ή γίνεται χωρίς παρέμβαση της συνείδησης, χωρίς επίγνωση, μη συνειδητός Βικιλεξικό
- Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)
Ετυμολογία
ασύνειδος < α- στερητικό + συνειδέναι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύνειδος | ασύνειδη | ασύνειδο |
| Γενική | ασύνειδου | ασύνειδης | ασύνειδου |
| Αιτιατική | ασύνειδο | ασύνειδη | ασύνειδο |
| Κλητική | ασύνειδε | ασύνειδη | ασύνειδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύνειδοι | ασύνειδες | ασύνειδα |
| Γενική | ασύνειδων | ασύνειδων | ασύνειδων |
| Αιτιατική | ασύνειδους | ασύνειδες | ασύνειδα |
| Κλητική | ασύνειδοι | ασύνειδες | ασύνειδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →