Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασύντριπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν έχει συντριφτεί ή δεν μπορεί να συντριφτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασύντριπτος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συντρίβω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύντριπτοςασύντριπτηασύντριπτο
Γενικήασύντριπτουασύντριπτηςασύντριπτου
Αιτιατικήασύντριπτοασύντριπτηασύντριπτο
Κλητικήασύντριπτεασύντριπτηασύντριπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύντριπτοιασύντριπτεςασύντριπτα
Γενικήασύντριπτωνασύντριπτωνασύντριπτων
Αιτιατικήασύντριπτουςασύντριπτεςασύντριπτα
Κλητικήασύντριπτοιασύντριπτεςασύντριπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →