ασύρτικο
•
- ελληνική ποικιλία αμπέλουελληνική ποικιλία λευκού σταφυλιού, γνωστή για τη φυσική οξύτητα και την ικανότητά της να παράγει ξηρά κρασιά με έντονο, ορυκτώδη χαρακτήρα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο ξηρό κρασί με έντονο, ορυκτώδη χαρακτήρα, που παράγεται από την παραπάνω ποικιλία σταφυλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασύρτικο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύρτικο | — |
| Γενική | ασύρτικου | — |
| Αιτιατική | ασύρτικο | — |
| Κλητική | ασύρτικο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →