Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατάσθαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ηθικά απαράδεκτος, απρεπής Βικιλεξικό
  2. ακατάστατος, άτσαλος Βικιλεξικό
    • το ντύσιμό της έδειχνε πόσο ατάσθαλη ήταν

Ετυμολογία

ατάσθαλος < αρχαία ελληνική ἀτάσθαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατάσθαλοςατάσθαληατάσθαλο
Γενικήατάσθαλουατάσθαληςατάσθαλου
Αιτιατικήατάσθαλοατάσθαληατάσθαλο
Κλητικήατάσθαλεατάσθαληατάσθαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατάσθαλοιατάσθαλεςατάσθαλα
Γενικήατάσθαλωνατάσθαλωνατάσθαλων
Αιτιατικήατάσθαλουςατάσθαλεςατάσθαλα
Κλητικήατάσθαλοιατάσθαλεςατάσθαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →