ατέντωτος
•
- ο μη τεντωμένος, που δεν τεντώθηκε ή δεν τεντώνεται, χαλαρός Βικιλεξικό
- ο αγαπημένος μου αναπαύεται από το κυνήγι μονάχος, ατέντωτο κείται το δοξάρι σιμά του και ξεχασμένα τα σκυλιά στέκουν τριγύρω του. (Θέματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, γραμματολογικά, εκδοτικά, κριτικά: Πρακτικά 8. Επιστημονικής Συνάντησης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τομέας μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών, Γεώργιος Σαββίδης, εκδ. Ερμής, 2001, σελ. 180)
Ετυμολογία
ατέντωτος < α- + τεντώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατέντωτος | ατέντωτη | ατέντωτο |
| Γενική | ατέντωτου | ατέντωτης | ατέντωτου |
| Αιτιατική | ατέντωτο | ατέντωτη | ατέντωτο |
| Κλητική | ατέντωτε | ατέντωτη | ατέντωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατέντωτοι | ατέντωτες | ατέντωτα |
| Γενική | ατέντωτων | ατέντωτων | ατέντωτων |
| Αιτιατική | ατέντωτους | ατέντωτες | ατέντωτα |
| Κλητική | ατέντωτοι | ατέντωτες | ατέντωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →