ατέρμων
•
- λόγιοπου δεν τελειώνει κάπου, που δεν έχει τέλος, τέρμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατέρμων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτέρμων < ἀ- στερητικό + τέρμ(α) + -ων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατέρμονας / ατέρμων | ατέρμονη / ατέρμων | άτερμον / ατέρμον / ατέρμονο |
| Γενική | ατέρμονα / ατέρμονος | ατέρμονης / ατέρμονος | ατέρμονος / ατέρμονου |
| Αιτιατική | ατέρμονα | ατέρμονα / ατέρμονη | άτερμον / ατέρμονο |
| Κλητική | ατέρμονα / ατέρμων | ατέρμονη / ατέρμων | άτερμον / ατέρμονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατέρμονες | ατέρμονες | ατέρμονα |
| Γενική | ατέρμονων / ατερμόνων | ατέρμονων / ατερμόνων | ατέρμονων / ατερμόνων |
| Αιτιατική | ατέρμονες | ατέρμονες | ατέρμονα |
| Κλητική | ατέρμονες | ατέρμονες | ατέρμονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →