αταβιστικός
•
- σχετικός με τον αταβισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αταβιστικός < αταβισμός + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αταβιστικός | αταβιστική | αταβιστικό |
| Γενική | αταβιστικού | αταβιστικής | αταβιστικού |
| Αιτιατική | αταβιστικό | αταβιστική | αταβιστικό |
| Κλητική | αταβιστικέ | αταβιστική | αταβιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αταβιστικοί | αταβιστικές | αταβιστικά |
| Γενική | αταβιστικών | αταβιστικών | αταβιστικών |
| Αιτιατική | αταβιστικούς | αταβιστικές | αταβιστικά |
| Κλητική | αταβιστικοί | αταβιστικές | αταβιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →