Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αταβιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον αταβισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αταβιστικός < αταβισμός + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταβιστικόςαταβιστικήαταβιστικό
Γενικήαταβιστικούαταβιστικήςαταβιστικού
Αιτιατικήαταβιστικόαταβιστικήαταβιστικό
Κλητικήαταβιστικέαταβιστικήαταβιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταβιστικοίαταβιστικέςαταβιστικά
Γενικήαταβιστικώναταβιστικώναταβιστικών
Αιτιατικήαταβιστικούςαταβιστικέςαταβιστικά
Κλητικήαταβιστικοίαταβιστικέςαταβιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →