ατακτοποίητος
•
- για πρόσωποπου δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα σε κάποια θέση Βικιλεξικό
- ακατάστατος, ασυγύριστος Βικιλεξικό
- πρέπει να γίνουν πολλές δουλειές στο σπίτι, αφού είναι εντελώς ατακτοποίητο
Ετυμολογία
ατακτοποίητος < α- στερητικό + τακτοποιώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατακτοποίητος | ατακτοποίητη | ατακτοποίητο |
| Γενική | ατακτοποίητου | ατακτοποίητης | ατακτοποίητου |
| Αιτιατική | ατακτοποίητο | ατακτοποίητη | ατακτοποίητο |
| Κλητική | ατακτοποίητε | ατακτοποίητη | ατακτοποίητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατακτοποίητοι | ατακτοποίητες | ατακτοποίητα |
| Γενική | ατακτοποίητων | ατακτοποίητων | ατακτοποίητων |
| Αιτιατική | ατακτοποίητους | ατακτοποίητες | ατακτοποίητα |
| Κλητική | ατακτοποίητοι | ατακτοποίητες | ατακτοποίητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →