Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατακτοποίητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποπου δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα σε κάποια θέση Βικιλεξικό
  2. ακατάστατος, ασυγύριστος Βικιλεξικό
    • πρέπει να γίνουν πολλές δουλειές στο σπίτι, αφού είναι εντελώς ατακτοποίητο

Ετυμολογία

ατακτοποίητος < α- στερητικό + τακτοποιώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατακτοποίητοςατακτοποίητηατακτοποίητο
Γενικήατακτοποίητουατακτοποίητηςατακτοποίητου
Αιτιατικήατακτοποίητοατακτοποίητηατακτοποίητο
Κλητικήατακτοποίητεατακτοποίητηατακτοποίητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατακτοποίητοιατακτοποίητεςατακτοποίητα
Γενικήατακτοποίητωνατακτοποίητωνατακτοποίητων
Αιτιατικήατακτοποίητουςατακτοποίητεςατακτοποίητα
Κλητικήατακτοποίητοιατακτοποίητεςατακτοποίητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →