Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αταξικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χωρίς κοινωνικές τάξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αταξικός < α- + ταξικός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική klassenlos

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταξικόςαταξικήαταξικό
Γενικήαταξικούαταξικήςαταξικού
Αιτιατικήαταξικόαταξικήαταξικό
Κλητικήαταξικέαταξικήαταξικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαταξικοίαταξικέςαταξικά
Γενικήαταξικώναταξικώναταξικών
Αιτιατικήαταξικούςαταξικέςαταξικά
Κλητικήαταξικοίαταξικέςαταξικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →