Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατεκμηρίωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη τεκμηριωμένος, που δεν στηρίζεται σε αποδείξεις ή βάσιμα επιχειρήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατεκμηρίωτος < αρχαία ελληνική ἀτέκμαρτος < α στερητικό + τεκμαίρομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεκμηρίωτοςατεκμηρίωτηατεκμηρίωτο
Γενικήατεκμηρίωτουατεκμηρίωτηςατεκμηρίωτου
Αιτιατικήατεκμηρίωτοατεκμηρίωτηατεκμηρίωτο
Κλητικήατεκμηρίωτεατεκμηρίωτηατεκμηρίωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεκμηρίωτοιατεκμηρίωτεςατεκμηρίωτα
Γενικήατεκμηρίωτωνατεκμηρίωτωνατεκμηρίωτων
Αιτιατικήατεκμηρίωτουςατεκμηρίωτεςατεκμηρίωτα
Κλητικήατεκμηρίωτοιατεκμηρίωτεςατεκμηρίωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →