ατεκνία
•
- η έλλειψη παιδιών ή η αδυναμία να αποκτήσει κανείς παιδιά Βικιλεξικό
- το πρόβλημα τής ατεκνίας μπορεί να λυθεί μερικές φορές με τη βοήθεια τής εξωσωματικής γονιμοποίησης
Ετυμολογία
ατεκνία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατεκνία | ατεκνίες |
| Γενική | ατεκνίας | ατεκνιών |
| Αιτιατική | ατεκνία | ατεκνίες |
| Κλητική | ατεκνία | ατεκνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →