ατέλειωτα
•
- χωρίς τέλος, χωρίς πέρας Βικιλεξικό
- δουλεύει ατέλειωτα
- με πάρα πολύ μεγάλη διάρκεια, χωρίς να φαίνεται να υπάρχει τέλος Βικιλεξικό
- γλεντάγαμε ατέλειωτα
- αργκόχωρίς όρια, ανεξάντλητα Βικιλεξικό
- μου λείπεις ατέλειωτα
Ετυμολογία
ατέλειωτα < ατέλειωτος
Άλλοι τύποι
ατελείωτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →