Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατελώνιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει περάσει τελωνείο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηλαθραίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατελώνιστος < α- + τελωνίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατελώνιστοςατελώνιστηατελώνιστο
Γενικήατελώνιστουατελώνιστηςατελώνιστου
Αιτιατικήατελώνιστοατελώνιστηατελώνιστο
Κλητικήατελώνιστεατελώνιστηατελώνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατελώνιστοιατελώνιστεςατελώνιστα
Γενικήατελώνιστωνατελώνιστωνατελώνιστων
Αιτιατικήατελώνιστουςατελώνιστεςατελώνιστα
Κλητικήατελώνιστοιατελώνιστεςατελώνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →