Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατεμάχιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ακομμάτιαστος Βικιλεξικό
    • η πίτα που παραγγείλαμε ήταν ατεμάχιστη

Ετυμολογία

ατεμάχιστος < α- στερητ. + τεμαχίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεμάχιστοςατεμάχιστηατεμάχιστο
Γενικήατεμάχιστουατεμάχιστηςατεμάχιστου
Αιτιατικήατεμάχιστοατεμάχιστηατεμάχιστο
Κλητικήατεμάχιστεατεμάχιστηατεμάχιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεμάχιστοιατεμάχιστεςατεμάχιστα
Γενικήατεμάχιστωνατεμάχιστωνατεμάχιστων
Αιτιατικήατεμάχιστουςατεμάχιστεςατεμάχιστα
Κλητικήατεμάχιστοιατεμάχιστεςατεμάχιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →