Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατζαμίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κακοφτιαγμένος, φτιαγμένος αδέξια, χωρίς τέχνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατζαμίδικος < ατζαμής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατζαμίδικοςατζαμίδικηατζαμίδικο
Γενικήατζαμίδικουατζαμίδικηςατζαμίδικου
Αιτιατικήατζαμίδικοατζαμίδικηατζαμίδικο
Κλητικήατζαμίδικεατζαμίδικηατζαμίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατζαμίδικοιατζαμίδικεςατζαμίδικα
Γενικήατζαμίδικωνατζαμίδικωνατζαμίδικων
Αιτιατικήατζαμίδικουςατζαμίδικεςατζαμίδικα
Κλητικήατζαμίδικοιατζαμίδικεςατζαμίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →