ατζαμίδικος
•
- κακοφτιαγμένος, φτιαγμένος αδέξια, χωρίς τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατζαμίδικος < ατζαμής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατζαμίδικος | ατζαμίδικη | ατζαμίδικο |
| Γενική | ατζαμίδικου | ατζαμίδικης | ατζαμίδικου |
| Αιτιατική | ατζαμίδικο | ατζαμίδικη | ατζαμίδικο |
| Κλητική | ατζαμίδικε | ατζαμίδικη | ατζαμίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατζαμίδικοι | ατζαμίδικες | ατζαμίδικα |
| Γενική | ατζαμίδικων | ατζαμίδικων | ατζαμίδικων |
| Αιτιατική | ατζαμίδικους | ατζαμίδικες | ατζαμίδικα |
| Κλητική | ατζαμίδικοι | ατζαμίδικες | ατζαμίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →