Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατηλεγράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τηλεγραφηθεί ή δεν μπορεί να τηλεγραφηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατηλεγράφητος < α- + τηλεγραφώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατηλεγράφητοςατηλεγράφητηατηλεγράφητο
Γενικήατηλεγράφητουατηλεγράφητηςατηλεγράφητου
Αιτιατικήατηλεγράφητοατηλεγράφητηατηλεγράφητο
Κλητικήατηλεγράφητεατηλεγράφητηατηλεγράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατηλεγράφητοιατηλεγράφητεςατηλεγράφητα
Γενικήατηλεγράφητωνατηλεγράφητωνατηλεγράφητων
Αιτιατικήατηλεγράφητουςατηλεγράφητεςατηλεγράφητα
Κλητικήατηλεγράφητοιατηλεγράφητεςατηλεγράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →