ατιμάζω
•
- ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να στερήσω από κάποιον την τιμή και υπόληψή του Βικιλεξικό
- ειδικότεραξεπαρθενιάζω, ξεπαρθενεύω ή βιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατιμάζω < αρχαία ελληνική ἀτιμάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ατιμάζω | ατιμάζεις | ατιμάζει | ατιμάζουμε | ατιμάζετε | ατιμάζουν / ατιμάζουνε |
| Παρατατικός | ατίμαζα | ατίμαζες | ατίμαζε | ατιμάζαμε | ατιμάζατε | ατίμαζαν / ατιμάζαν / ατιμάζανε |
| Αόριστος | ατίμασα | ατίμασες | ατίμασε | ατιμάσαμε | ατιμάσατε | ατίμασαν / ατιμάσαν / ατιμάσανε |
| Μέλλοντας | θα ατιμάζω / θα ατιμάσω | θα ατιμάζεις / θα ατιμάσεις | θα ατιμάζει / θα ατιμάσει | θα ατιμάζουμε / θα ατιμάσουμε | θα ατιμάζετε / θα ατιμάσετε | θα ατιμάζουν / θα ατιμάζουνε / θα ατιμάσουν / θα ατιμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ατιμάσει | έχεις ατιμάσει | έχει ατιμάσει | έχουμε ατιμάσει | έχετε ατιμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ατιμάσει | είχες ατιμάσει | είχε ατιμάσει | είχαμε ατιμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ατιμάσει / να ατιμάζω / να ατιμάσω | να έχεις ατιμάσει / να ατιμάζεις / να ατιμάσεις | να έχει ατιμάσει / να ατιμάζει / να ατιμάσει | να έχουμε ατιμάσει / να ατιμάζουμε / να ατιμάσουμε | να έχετε ατιμάσει / να ατιμάζετε / να ατιμάσετε | να ατιμάζουν / να ατιμάζουνε / να ατιμάσουν / να ατιμάσουνε |
| Προστακτική | — | ατίμαζε / ατίμασε | — | — | ατιμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ατιμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →