ατλάζι
•
- ύφασμαγυαλιστερό και λείο ύφασμα από μετάξι (και βαμβάκι, λινό ή μαλλί) Βικιλεξικό
- Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι (Οδυσσέας Ελύτης, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Η' 18)
- Στ' ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια / ακροπατώντας η ψυχή (Λορέντζος Μαβίλης, Angelica Farfalla)
Ετυμολογία
ατλάζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική atlas < αραβική اطلس (atlas, σατέν, λείος, μαύρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατλάζι | ατλάζια |
| Γενική | ατλαζιού | ατλαζιών |
| Αιτιατική | ατλάζι | ατλάζια |
| Κλητική | ατλάζι | ατλάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →