Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατλαντικός

/a.tlan.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Άτλαντα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτεράστιος, ηράκλειος, κυκλώπειος Βικιλεξικό
  3. που έχει σχέση με την Ατλαντίδα ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
  4. που έχει σχέση με τον Ατλαντικό Ωκεανό ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
  5. πολιτικήνατοϊκός Βικιλεξικό
  6. γεωγραφίαΑτλαντικός: ο Ατλαντικός Ωκεανός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατλαντικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἀτλαντικός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική atlantique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατλαντικόςατλαντικήατλαντικό
Γενικήατλαντικούατλαντικήςατλαντικού
Αιτιατικήατλαντικόατλαντικήατλαντικό
Κλητικήατλαντικέατλαντικήατλαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατλαντικοίατλαντικέςατλαντικά
Γενικήατλαντικώνατλαντικώνατλαντικών
Αιτιατικήατλαντικούςατλαντικέςατλαντικά
Κλητικήατλαντικοίατλαντικέςατλαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →