Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατλαντομεσογειακός

/a.tlan.do.me.so.ʝi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου σχετίζεται τη λεγόμενη «Ατλαντομεσογειακή φυλή» Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου αναφέρεται στις περιοχές της Ατλαντικού Ωκεανού και τη Μεσογείου Θαλάσσης ή σχετίζεται με αυτές Βικιλεξικό
    • ατλαντομεσογεικά οικοσυστήματα

Ετυμολογία

ατλαντομεσογειακός < ατλαντ(ικός) + -ο- + μεσογειακός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Atlanto-Mediterranean

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατλαντομεσογειακόςατλαντομεσογειακήατλαντομεσογειακό
Γενικήατλαντομεσογειακούατλαντομεσογειακήςατλαντομεσογειακού
Αιτιατικήατλαντομεσογειακόατλαντομεσογειακήατλαντομεσογειακό
Κλητικήατλαντομεσογειακέατλαντομεσογειακήατλαντομεσογειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατλαντομεσογειακοίατλαντομεσογειακέςατλαντομεσογειακά
Γενικήατλαντομεσογειακώνατλαντομεσογειακώνατλαντομεσογειακών
Αιτιατικήατλαντομεσογειακούςατλαντομεσογειακέςατλαντομεσογειακά
Κλητικήατλαντομεσογειακοίατλαντομεσογειακέςατλαντομεσογειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →