ατμάκατος
•
- ναυτικός όροςμικρό σκάφος, άκατος, που φέρει ατμομηχανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατμάκατος < ατμός (ατμ-) + άκατος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chaloupe à vapeur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμάκατος | ατμάκατοι / ατμάκατοι ατμάκατες |
| Γενική | ατμακάτου | ατμακάτων |
| Αιτιατική | ατμάκατο | ατμακάτους / ατμακάτους ατμάκατες |
| Κλητική | ατμάκατε / ατμάκατε ατμάκατο | ατμάκατοι / ατμάκατοι ατμάκατες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →