Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατμήλατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κινείται με την ενέργεια του ατμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατμήλατος < ατμ- (< ατμ(ός) ) + -ήλατος (< ἐλαύνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατμήλατοςατμήλατηατμήλατο
Γενικήατμήλατουατμήλατηςατμήλατου
Αιτιατικήατμήλατοατμήλατηατμήλατο
Κλητικήατμήλατεατμήλατηατμήλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατμήλατοιατμήλατεςατμήλατα
Γενικήατμήλατωνατμήλατωνατμήλατων
Αιτιατικήατμήλατουςατμήλατεςατμήλατα
Κλητικήατμήλατοιατμήλατεςατμήλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →