Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατμοποιώ

ρήμα
•
  1. φυσικήμετατρέπω ουσία από στερεή ή υγρή μορφή σε αέρια μέσω θέρμανσης ή άλλης διεργασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατμοποιώ < ατμός + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vaporiser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςατμοποιώατμοποιείςατμοποιείατμοποιούμεατμοποιείτεατμοποιούν / ατμοποιούνε
Παρατατικόςατμοποιούσαατμοποιούσεςατμοποιούσεατμοποιούσαμεατμοποιούσατεατμοποιούσαν / ατμοποιούσανε
Αόριστοςατμοποίησαατμοποίησεςατμοποίησεατμοποιήσαμεατμοποιήσατεατμοποίησαν / ατμοποιήσαν / ατμοποιήσανε
Μέλλονταςθα ατμοποιήσω / θα ατμοποιώθα ατμοποιήσεις / θα ατμοποιείςθα ατμοποιήσει / θα ατμοποιείθα ατμοποιήσουμε / θα ατμοποιούμεθα ατμοποιήσετε / θα ατμοποιείτεθα ατμοποιήσουν / θα ατμοποιήσουνε / θα ατμοποιούν / θα ατμοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ατμοποιήσειέχεις ατμοποιήσειέχει ατμοποιήσειέχουμε ατμοποιήσειέχετε ατμοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ατμοποιήσειείχες ατμοποιήσειείχε ατμοποιήσειείχαμε ατμοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ατμοποιήσει / να ατμοποιήσω / να ατμοποιώνα έχεις ατμοποιήσει / να ατμοποιήσεις / να ατμοποιείςνα έχει ατμοποιήσει / να ατμοποιήσει / να ατμοποιείνα έχουμε ατμοποιήσει / να ατμοποιήσουμε / να ατμοποιούμενα έχετε ατμοποιήσει / να ατμοποιήσετε / να ατμοποιείτενα ατμοποιήσουν / να ατμοποιήσουνε / να ατμοποιούν / να ατμοποιούνε
Προστακτική—ατμοποίει / ατμοποίησε——ατμοποιήστε / ατμοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →