ατμοσίδερο
•
- συσκευή σιδερώματος (σίδερο) το οποίο έχει και τη δυνατότητα παραγωγής ατμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατμοσίδερο < ατμο- + σίδερο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμοσίδερο | ατμοσίδερα |
| Γενική | ατμοσίδερου | ατμοσίδερων |
| Αιτιατική | ατμοσίδερο | ατμοσίδερα |
| Κλητική | ατμοσίδερο | ατμοσίδερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →