ατμόμυλος
•
- παρωχημένομύλος ο οποίος λειτουργούσε με ατμομηχανή Βικιλεξικό
- Οι ατμόμυλοι ήταν οι παλαιότερες βιομηχανίες της Θεσσαλονίκης (Η παραγωγή αλεύρων στην περιοχή Μακεδονίας, εφημερίδα Μακεδονία)
Ετυμολογία
ατμόμυλος < ατμό- + μύλος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική moulin à vapeur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατμόμυλος | ατμόμυλοι |
| Γενική | ατμόμυλου | ατμόμυλων |
| Αιτιατική | ατμόμυλο | ατμόμυλους |
| Κλητική | ατμόμυλε | ατμόμυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →