Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατολμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη θάρρους ή τόλμης Βικιλεξικό
    • η ατολμία στη λήψη μέτρων μάς έφερε στην άκρη του γκρεμού

Ετυμολογία

ατολμία < αρχαία ελληνική ἀτολμία < ἄτολμος < ἀ- + τόλμη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατολμίαατολμίες
Γενικήατολμίαςατολμιών
Αιτιατικήατολμίαατολμίες
Κλητικήατολμίαατολμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →