ατομικισμός
•
- λόγιοη μονομερής προσήλωση του ατόμου στον εαυτό του και τα δικά του συμφέροντα Βικιλεξικό
- λόγιοθεωρία που προβάλλει την αξία του ατόμου, έναντι του κοινωνικού συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατομικισμός < ατομικός + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική individualisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατομικισμός | ατομικισμοί |
| Γενική | ατομικισμού | ατομικισμών |
| Αιτιατική | ατομικισμό | ατομικισμούς |
| Κλητική | ατομικισμέ | ατομικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →