Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατομικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ατομικιστή ή τον ατομικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατομικιστικός < ατομικιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατομικιστικόςατομικιστικήατομικιστικό
Γενικήατομικιστικούατομικιστικήςατομικιστικού
Αιτιατικήατομικιστικόατομικιστικήατομικιστικό
Κλητικήατομικιστικέατομικιστικήατομικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατομικιστικοίατομικιστικέςατομικιστικά
Γενικήατομικιστικώνατομικιστικώνατομικιστικών
Αιτιατικήατομικιστικούςατομικιστικέςατομικιστικά
Κλητικήατομικιστικοίατομικιστικέςατομικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →