ατομικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον ατομικιστή ή τον ατομικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατομικιστικός < ατομικιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατομικιστικός | ατομικιστική | ατομικιστικό |
| Γενική | ατομικιστικού | ατομικιστικής | ατομικιστικού |
| Αιτιατική | ατομικιστικό | ατομικιστική | ατομικιστικό |
| Κλητική | ατομικιστικέ | ατομικιστική | ατομικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατομικιστικοί | ατομικιστικές | ατομικιστικά |
| Γενική | ατομικιστικών | ατομικιστικών | ατομικιστικών |
| Αιτιατική | ατομικιστικούς | ατομικιστικές | ατομικιστικά |
| Κλητική | ατομικιστικοί | ατομικιστικές | ατομικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →