Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατομικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ατόμου, του καθενός ως ξεχωριστής οντότητας· του ατομικού, της ιδιαιτερότητας σε σχέση με τους άλλους Βικιλεξικό
  2. η έμφαση στην υπεροχή του ατόμου, του κάθε προσώπου, έναντι των κοινωνικών ομάδων Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήη τεχνική της ομαδοποίησης πολλών διαφορετικών λειτουργιών έτσι ώστε αν κάποια αποτύχει, να αποτύχουν όλες, και το σύστημα να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατομικότητα < ατομικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατομικότηταατομικότητες
Γενικήατομικότηταςατομικοτήτων
Αιτιατικήατομικότηταατομικότητες
Κλητικήατομικότηταατομικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →