ατομικότητα
•
- η ιδιότητα του ατόμου, του καθενός ως ξεχωριστής οντότητας· του ατομικού, της ιδιαιτερότητας σε σχέση με τους άλλους Βικιλεξικό
- η έμφαση στην υπεροχή του ατόμου, του κάθε προσώπου, έναντι των κοινωνικών ομάδων Βικιλεξικό
- πληροφορικήη τεχνική της ομαδοποίησης πολλών διαφορετικών λειτουργιών έτσι ώστε αν κάποια αποτύχει, να αποτύχουν όλες, και το σύστημα να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατομικότητα < ατομικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατομικότητα | ατομικότητες |
| Γενική | ατομικότητας | ατομικοτήτων |
| Αιτιατική | ατομικότητα | ατομικότητες |
| Κλητική | ατομικότητα | ατομικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →