Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατομοκεντρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαθεωρία και πρακτική που βάζει στο κέντρο ή θεωρεί σημαντικότερο το άτομο κι όχι την κοινωνία Βικιλεξικό
    • O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
  2. εγωκεντρισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατομοκεντρισμός < άτομο + -ο- + κέντρο + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατομοκεντρισμόςατομοκεντρισμοί
Γενικήατομοκεντρισμούατομοκεντρισμών
Αιτιατικήατομοκεντρισμόατομοκεντρισμούς
Κλητικήατομοκεντρισμέατομοκεντρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →