Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατοπία

/a.toˈpi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος άτοπος, η ιδιότητα του άτοπου Βικιλεξικό
  2. συνώνυμο του ατόπημα Βικιλεξικό
  3. ιατρικήεμφάνιση αλλεργιών και αλλεργικών αντιδράσεων λόγω κληρονομικής προδιάθεσης Βικιλεξικό
    • Υπώνυμα: αλλεργία

Ετυμολογία

ατοπία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτοπία (παραλογισμός) < ἄτοπος < ἀ- στερητικό + τόπος :* για την ιατρική: λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική atopy < αρχαία ελληνική ἀτοπία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατοπίαατοπίες
Γενικήατοπίαςατοπιών
Αιτιατικήατοπίαατοπίες
Κλητικήατοπίαατοπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →