ατοπία
•
- το να είναι κάποιος άτοπος, η ιδιότητα του άτοπου Βικιλεξικό
- συνώνυμο του ατόπημα Βικιλεξικό
- ιατρικήεμφάνιση αλλεργιών και αλλεργικών αντιδράσεων λόγω κληρονομικής προδιάθεσης Βικιλεξικό
- Υπώνυμα: αλλεργία
Ετυμολογία
ατοπία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτοπία (παραλογισμός) < ἄτοπος < ἀ- στερητικό + τόπος :* για την ιατρική: λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική atopy < αρχαία ελληνική ἀτοπία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατοπία | ατοπίες |
| Γενική | ατοπίας | ατοπιών |
| Αιτιατική | ατοπία | ατοπίες |
| Κλητική | ατοπία | ατοπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →