ατού
•
- οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει Βικιλεξικό
- Έχει όλα τα ατού για να ανέλθει, όλα τα προσόντα.
- χαρτοπαίγνιοτο χρώμα που ορίζεται ότι είναι ανώτερο από τα άλλα Βικιλεξικό
- Το συμβόλαιο που παίζουμε είναι χρωματιστό, με ατού ή Χωρίς Ατού;
- χαρτοπαίγνιοοποιοδήποτε χαρτί χρώματος που έχει οριστεί ως ατού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατού < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική atout (προφορά: ΔΦΑ : /a.tu/)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →