Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατραξιόν

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτό που προσελκύει την προσοχή των θεατών ή επισκεπτών Βικιλεξικό
    • Και πού και πού αγωνίζονται πώς θα λειτουργήσουν ως τουριστικές ατραξιόν το τρενάκι του Πηλίου και ο οδοντωτός των Καλαβρύτων. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25 Απριλίου 2009)

Ετυμολογία

ατραξιόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική attraction

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →