Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατραπός

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιομονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς Βικιλεξικό
    • Τοιαῦτά τινα ἀνελογίζετο ὁ πτωχὸς αἰπόλος, ὁ βόσκων ὀλίγας αἶγας εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν καὶ ἀνήρχετο δρομαίως τὴν ἰδίαν ἀτραπόν, δι’ ἧς εἶχε κατέλθει εἰς τὸ φρούριον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο φτωχός άγιος)
  2. μεταφορικάη κατεύθυνση της εξέλιξης μιας κατάστασης Βικιλεξικό
    • η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή, και η τύχη του οδεύει πλέον προς άγνωστες ατραπούς και αχαρτογράφητα νερά

Ετυμολογία

ατραπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτραπός < ἀ- αθροιστικό + τραπέω / τραπῶ (πατάω σταφύλια)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατραπόςατραποί
Γενικήατραπούατραπών
Αιτιατικήατραπόατραπούς
Κλητικήατραπέατραποί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →