ατραπός
•
- λόγιομονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς Βικιλεξικό
- Τοιαῦτά τινα ἀνελογίζετο ὁ πτωχὸς αἰπόλος, ὁ βόσκων ὀλίγας αἶγας εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν καὶ ἀνήρχετο δρομαίως τὴν ἰδίαν ἀτραπόν, δι’ ἧς εἶχε κατέλθει εἰς τὸ φρούριον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο φτωχός άγιος)
- μεταφορικάη κατεύθυνση της εξέλιξης μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή, και η τύχη του οδεύει πλέον προς άγνωστες ατραπούς και αχαρτογράφητα νερά
Ετυμολογία
ατραπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτραπός < ἀ- αθροιστικό + τραπέω / τραπῶ (πατάω σταφύλια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατραπός | ατραποί |
| Γενική | ατραπού | ατραπών |
| Αιτιατική | ατραπό | ατραπούς |
| Κλητική | ατραπέ | ατραποί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →