ατροφικότητα
•
- το να είναι κάποιος ατροφικός, η ιδιότητα του ατροφικού Βικιλεξικό
- ατροφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατροφικότητα < ατροφικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατροφικότητα | ατροφικότητες |
| Γενική | ατροφικότητας | ατροφικοτήτων |
| Αιτιατική | ατροφικότητα | ατροφικότητες |
| Κλητική | ατροφικότητα | ατροφικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →