ατροφώ
•
- ιατρικήυποφέρω από ατροφία, έχω ατονήσει, είμαι καχεκτικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπολειτουργώ, έχω ατονήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατροφώ < αρχαία ελληνική ἀτροφέω / ἀτροφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ατροφώ | ατροφείς | ατροφεί | ατροφούμε | ατροφείτε | ατροφούν / ατροφούνε |
| Παρατατικός | ατροφούσα | ατροφούσες | ατροφούσε | ατροφούσαμε | ατροφούσατε | ατροφούσαν / ατροφούσανε |
| Αόριστος | ατρόφησα | ατρόφησες | ατρόφησε | ατροφήσαμε | ατροφήσατε | ατροφήσαν / ατροφήσανε / ατρόφησαν |
| Μέλλοντας | θα ατροφήσω / θα ατροφώ | θα ατροφήσεις / θα ατροφείς | θα ατροφήσει / θα ατροφεί | θα ατροφήσουμε / θα ατροφούμε | θα ατροφήσετε / θα ατροφείτε | θα ατροφήσουν / θα ατροφήσουνε / θα ατροφούν / θα ατροφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ατροφήσει | έχεις ατροφήσει | έχει ατροφήσει | έχουμε ατροφήσει | έχετε ατροφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ατροφήσει | είχες ατροφήσει | είχε ατροφήσει | είχαμε ατροφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ατροφήσει / να ατροφήσω / να ατροφώ | να έχεις ατροφήσει / να ατροφήσεις / να ατροφείς | να έχει ατροφήσει / να ατροφήσει / να ατροφεί | να έχουμε ατροφήσει / να ατροφήσουμε / να ατροφούμε | να έχετε ατροφήσει / να ατροφήσετε / να ατροφείτε | να ατροφήσουν / να ατροφήσουνε / να ατροφούν / να ατροφούνε |
| Προστακτική | — | ατρόφει / ατρόφησε | — | — | ατροφήστε / ατροφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →