Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατρόμητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν καταλαμβάνεται ποτέ από τρόμο, άφοβος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατρόμητος < ελληνιστική ἀτρόμητος (α- στερητικό + τρόμος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατρόμητοςατρόμητηατρόμητο
Γενικήατρόμητουατρόμητηςατρόμητου
Αιτιατικήατρόμητοατρόμητηατρόμητο
Κλητικήατρόμητεατρόμητηατρόμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατρόμητοιατρόμητεςατρόμητα
Γενικήατρόμητωνατρόμητωνατρόμητων
Αιτιατικήατρόμητουςατρόμητεςατρόμητα
Κλητικήατρόμητοιατρόμητεςατρόμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →