Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατσιγαρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικότο να μην έχει κανείς καθόλου τσιγάρα και μάλιστα για αρκετό καιρό, συνήθως επειδή του λείπουν τα χρήματα να αγοράσει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη αφραγκία, η παντελής έλλειψη χρημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατσιγαρία < ατσίγαρ(ος) + -ία < α- στερητικό + τσιγάρο + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήατσιγαρίαατσιγαρίες
Γενικήατσιγαρίαςατσιγαριών
Αιτιατικήατσιγαρίαατσιγαρίες
Κλητικήατσιγαρίαατσιγαρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →