ατσιγαρία
•
- προφορικότο να μην έχει κανείς καθόλου τσιγάρα και μάλιστα για αρκετό καιρό, συνήθως επειδή του λείπουν τα χρήματα να αγοράσει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αφραγκία, η παντελής έλλειψη χρημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατσιγαρία < ατσίγαρ(ος) + -ία < α- στερητικό + τσιγάρο + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατσιγαρία | ατσιγαρίες |
| Γενική | ατσιγαρίας | ατσιγαριών |
| Αιτιατική | ατσιγαρία | ατσιγαρίες |
| Κλητική | ατσιγαρία | ατσιγαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →