Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατσούμπαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αφρόντιστος, ατημέλητος Βικιλεξικό
  2. αδέξιος, άγαρμπος Βικιλεξικό
  3. χοντροκαμωμένος, χοντροκομμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατσούμπαλος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατσούμπαλοςατσούμπαληατσούμπαλο
Γενικήατσούμπαλουατσούμπαληςατσούμπαλου
Αιτιατικήατσούμπαλοατσούμπαληατσούμπαλο
Κλητικήατσούμπαλεατσούμπαληατσούμπαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατσούμπαλοιατσούμπαλεςατσούμπαλα
Γενικήατσούμπαλωνατσούμπαλωνατσούμπαλων
Αιτιατικήατσούμπαλουςατσούμπαλεςατσούμπαλα
Κλητικήατσούμπαλοιατσούμπαλεςατσούμπαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →