Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αττικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αττικιστή ή τον αττικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αττικιστικός < αττικιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαττικιστικόςαττικιστικήαττικιστικό
Γενικήαττικιστικούαττικιστικήςαττικιστικού
Αιτιατικήαττικιστικόαττικιστικήαττικιστικό
Κλητικήαττικιστικέαττικιστικήαττικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαττικιστικοίαττικιστικέςαττικιστικά
Γενικήαττικιστικώναττικιστικώναττικιστικών
Αιτιατικήαττικιστικούςαττικιστικέςαττικιστικά
Κλητικήαττικιστικοίαττικιστικέςαττικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →