Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου παρεκκλίνει από το σύνηθες ή αναμενόμενο, χωρίς να ακολουθεί καθιερωμένα πρότυπα ή χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου παρουσιάζει μορφολογικές ή λειτουργικές διαφοροποιήσεις από το φυσιολογικό, χωρίς να είναι απαραίτητα παθολογικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατυπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atypique < ελληνιστική κοινή τυπικός αρχαία ελληνική τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατυπικόςατυπικήατυπικό
Γενικήατυπικούατυπικήςατυπικού
Αιτιατικήατυπικόατυπικήατυπικό
Κλητικήατυπικέατυπικήατυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατυπικοίατυπικέςατυπικά
Γενικήατυπικώνατυπικώνατυπικών
Αιτιατικήατυπικούςατυπικέςατυπικά
Κλητικήατυπικοίατυπικέςατυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →