ατυχηματικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με ατύχημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής εξέτασης, ο θάνατος του βρέφους χαρακτηρίζεται «ατυχηματικός» και επήλθε από πνιγμονή, που προκλήθηκε από απόφραξη των αεροφόρων οδών. (www.tanea.gr, 24.12.2018)
Ετυμολογία
ατυχηματικός < ατύχημα, ατυχηματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατυχηματικός | ατυχηματική | ατυχηματικό |
| Γενική | ατυχηματικού | ατυχηματικής | ατυχηματικού |
| Αιτιατική | ατυχηματικό | ατυχηματική | ατυχηματικό |
| Κλητική | ατυχηματικέ | ατυχηματική | ατυχηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατυχηματικοί | ατυχηματικές | ατυχηματικά |
| Γενική | ατυχηματικών | ατυχηματικών | ατυχηματικών |
| Αιτιατική | ατυχηματικούς | ατυχηματικές | ατυχηματικά |
| Κλητική | ατυχηματικοί | ατυχηματικές | ατυχηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →