ατόνηση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ατονώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατόνηση < ατονώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατόνηση | ατονήσεις |
| Γενική | ατόνησης | ατονήσεων |
| Αιτιατική | ατόνηση | ατονήσεις |
| Κλητική | ατόνηση | ατονήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →