ατός
•
- λαϊκότροπομόνος, χωρίς τη βοήθεια ή τη συνεργασία άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατός < μεσαιωνική ελληνική ατός < αρχαία ελληνική ἑαυτοῦ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατός | ατή | ατό |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →