Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατύπωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τυπωθεί Βικιλεξικό
    • όλες οι μεσαίες σελίδες είναι ατύπωτες
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν τον έχουν εκδώσει, που δεν έχει κυκλοφορήσει σε έντυπη μορφή Βικιλεξικό
    • όλα τα έργα του παρέμειναν ατύπωτα

Ετυμολογία

ατύπωτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατύπωτοςατύπωτηατύπωτο
Γενικήατύπωτουατύπωτηςατύπωτου
Αιτιατικήατύπωτοατύπωτηατύπωτο
Κλητικήατύπωτεατύπωτηατύπωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατύπωτοιατύπωτεςατύπωτα
Γενικήατύπωτωνατύπωτωνατύπωτων
Αιτιατικήατύπωτουςατύπωτεςατύπωτα
Κλητικήατύπωτοιατύπωτεςατύπωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →