ατύπωτος
•
- που δεν έχει τυπωθεί Βικιλεξικό
- όλες οι μεσαίες σελίδες είναι ατύπωτες
- κατ’ επέκτασηπου δεν τον έχουν εκδώσει, που δεν έχει κυκλοφορήσει σε έντυπη μορφή Βικιλεξικό
- όλα τα έργα του παρέμειναν ατύπωτα
Ετυμολογία
ατύπωτος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατύπωτος | ατύπωτη | ατύπωτο |
| Γενική | ατύπωτου | ατύπωτης | ατύπωτου |
| Αιτιατική | ατύπωτο | ατύπωτη | ατύπωτο |
| Κλητική | ατύπωτε | ατύπωτη | ατύπωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατύπωτοι | ατύπωτες | ατύπωτα |
| Γενική | ατύπωτων | ατύπωτων | ατύπωτων |
| Αιτιατική | ατύπωτους | ατύπωτες | ατύπωτα |
| Κλητική | ατύπωτοι | ατύπωτες | ατύπωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →