αυγίτης
•
- ορυκτολογίαείδος πρασινωπού ή μαυριδερού ορυκτού κρυστάλλου (Ca(Mg,Fe,Al)(Al,Si)₂O₆) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυγίτης < ελληνιστική κοινή αὐγίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυγίτης | αυγίτες |
| Γενική | αυγίτη | αυγιτών |
| Αιτιατική | αυγίτη | αυγίτες |
| Κλητική | αυγίτη | αυγίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →