Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυγουστίνειος

/a.vɣuˈsti.ni.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Αυγουστίνο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ευγενής, μεγαλοπρεπής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυγουστίνειος < Αυγουστίν(ος) + -ειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυγουστίνειοςαυγουστίνειααυγουστίνειο
Γενικήαυγουστίνειουαυγουστίνειαςαυγουστίνειου
Αιτιατικήαυγουστίνειοαυγουστίνειααυγουστίνειο
Κλητικήαυγουστίνειεαυγουστίνειααυγουστίνειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυγουστίνειοιαυγουστίνειεςαυγουστίνεια
Γενικήαυγουστίνειωναυγουστίνειωναυγουστίνειων
Αιτιατικήαυγουστίνειουςαυγουστίνειεςαυγουστίνεια
Κλητικήαυγουστίνειοιαυγουστίνειεςαυγουστίνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →