Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυγό

/aˈvɣo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μη ετυμολογική γραφή του αβγό με δίφθογγο -αυ- που εξακολουθεί (αρχή 21ου αιώνα) να βρίσκεται σε ευρεία χρήση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυγό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐγό(ν), γραφή παράλληλη με το ἀβγό(ν), χωρίς ετυμολογική βάση προΰπαρξης διφθόγου για τη γραφή με ⟨αυ⟩ σύμφωνα με τους περισσότερους ετυμολόγους. Δείτε αβγό. :* ※ […] περιπτώσεις όπου η κρατούσα ορθογραφία δεν στηρίζεται ιστορικά (π.χ. αυγό, τσιγγάνος) :* ※ […] όπως δίδαξαν οι μεγάλοι γλωσσολόγοι Γ. Χατζιδάκις (ΜΝΕ 2, σ.322 κ.εξ.), Μ. Τριανταφυλλίδης (Άπαντα 7, σ.325 κ.εξ.), K. Foy, P. Kretschmer κ.ά […] Άρα το -β- στη λ.[έξη] προήλθε από φωνητική εξέλιξη και δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο -αυ-, σαν να υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Για την ιστορία, αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Τριανταφυλλίδης πρωτόγραψε τις λ.[έξεις] αβγό και αφτί με -β- και -φ- αντιστοίχως, δέχτηκε δριμείες επιθέσεις, γιατί θεωρήθηκε ότι η ορθογράφηση των λέξεων ήταν αποτέλεσμα φωνητικής γραφής τού δημοτικισμού […]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυγόαυγά
Γενικήαυγούαυγών
Αιτιατικήαυγόαυγά
Κλητικήαυγόαυγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →