αυθαίρετο
•
- οτιδήποτε έχει κτιστεί χωρίς σχετική νόμιμη άδεια Βικιλεξικό
- παρωχημένοη αυθαιρεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυθαίρετο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αυθαίρετος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυθαίρετο | αυθαίρετα |
| Γενική | αυθαίρετου / αυθαιρέτου | αυθαίρετων / αυθαιρέτων |
| Αιτιατική | αυθαίρετο | αυθαίρετα |
| Κλητική | αυθαίρετο | αυθαίρετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →